ελεγεία

ελεγεία
η элегия

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ελεγεία" в других словарях:

  • ἐλεγεία — ἐλεγείᾱ , ἐλεγεία fem nom/voc/acc dual ἐλεγείᾱ , ἐλεγεία fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἐλεγείᾱ , ἐλεγεῖος elegiac fem nom/voc/acc dual ἐλεγείᾱ , ἐλεγεῖος elegiac fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγείᾳ — ἐλεγείᾱͅ , ἐλεγεία fem dat sg (attic doric aeolic) ἐλεγείᾱͅ , ἐλεγεῖος elegiac fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελεγεία — ελεγεία, η και ελεγείο, το μικρό λυρικό ποίημα με τρυφερό ή μελαγχολικό περιεχόμενο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ελεγεία — Ποιητική σύνθεση σε δίστιχα (ο πρώτος στίχος εξάμετρος, ο δεύτερος πεντάμετρος). Η ε. πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ιωνία κατά τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. και φαίνεται ότι αρχικά συνοδευόταν από αυλό (η λέξη έλεγος είναι αρμενικής ή φρυγικής καταγωγής… …   Dictionary of Greek

  • ἐλεγεῖα — ἐλεγεῖον distich consisting of hexameter and pentameter neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλέγεια — ἐλεγεῖος elegiac neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγείας — ἐλεγείᾱς , ἐλεγεία fem acc pl ἐλεγείᾱς , ἐλεγεία fem gen sg (attic doric aeolic) ἐλεγείᾱς , ἐλεγεῖος elegiac fem acc pl ἐλεγείᾱς , ἐλεγεῖος elegiac fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγείαι — ἐλεγείᾱͅ , ἐλεγεία fem dat sg (attic doric aeolic) ἐλεγείᾱͅ , ἐλεγεῖος elegiac fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγείαν — ἐλεγείᾱν , ἐλεγεία fem acc sg (attic doric aeolic) ἐλεγείᾱν , ἐλεγεῖος elegiac fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγεῖαι — ἐλεγεία fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγείαις — ἐλεγεία fem dat pl ἐλεγεῖος elegiac fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»